Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ακρίδες ή Άλογα ;


 Εμείς την κάθε θάλασσα και στεριά την αναγκάσαμε να ανοίξει δρόμο στην τόλμη μας και σε κάθε τόπο στήσαμε μαζί μνημεία αθάνατα και για τα καλά και για τα κακά που μας έτυχαν –απόσπασμα από τον επιτάφιο του Περικλή- . Τώρα ανάξιοι στεκόμαστε μπροστά στον εαυτό μας εκφυλισμένοι, εκμαυλισμένοι, ζωύφια μιας πράξης ρυπαρής, αξιολύπητα κοπιώδης για την εκπλήρωση ενός δανεικού ονείρου. Ενός στυλ ζωής ανιαρού, χυδαίου, απερίσκεπτα ταλαίπωροι μίμοι μιας κουλτούρας συμφοράς. Δεν είναι συμφορά αυτό που βιώνουμε αλλά η αθλιότητα της αποτυχίας στη δημιουργία μιας μνήμης. Εδώ βρήκαμε τόπο να ορθώσουμε το άγαλμα του ψεύδους στην αυλή της ψυχής μας, φιλοτεχνώντας την αδυναμία σε προσόν, αποφασίζοντας για τους εαυτούς μας να μην κάνουμε τίποτα για το οποίο δεν είμαστε αρκετά ικανοί, αρκετά γενναίοι. Ιδού ο άθλος μας, το επίτευγμα της νωθροτητάς μας, το είδωλο μιας αθωότητας χωρίς συνείδηση, παιδιά παραμείναμε παιδιά. Επιδεικνύουμε τα γαγγραινιασμένα άκρα μας επαιτώντας όπως οι νεκροζώντανοι στο κέντρο της πόλης μας εκεί που στέκονται τα μνημεία μας, άθλιοι, αξιολύπητοι, δυστυχής.  Ο δρόμος πάει μόνο μπροστά πλέον για μας. Χρειαζόμαστε τη λήθη για να χαράξουμε μια νέα μνήμη, μια γιορτή, μια δημόσια τελετουργία για να πράξουμε το δικαίωμα στη σκληρότητα, μια ηδονή όχι τυχοδιωκτική αλλά βαπτισμένη στο αίμα, στη φρίκη ώστε το αύριο να γίνει λάφυρο. Θα υποσχεθούμε με αυτόν τον τρόπο στον εαυτό μας το μέλλον και με την περηφάνια του προνομίου της κυριαρχίας του εαυτού μας θα κρατήσουμε το λόγο μας ακόμη και ενάντια της μοίρας.

… κι άκουσα φωνή από τον ουρανό, ωσάν φωνή από νερά πολλά κι ωσάν φωνή βροντής μεγάλης, και η φωνή που άκουσα έμοιαζε ακόμη με κιθαρωδούς παίζοντας τις κιθάρες τους… και ένας άγγελος βγήκε από το ναό κράζοντας με δυνατή φωνή σε αυτόν που κάθουνταν στο σύννεφο : Ρίξε το δρεπάνι σου και θέρισε γιατί ήρθε η ώρα του θερισμού, τα γεννήματα της γης ξεράθηκαν. Κι αυτός που κάθουνταν στο σύννεφο έριξε το δρεπάνι του στη γη και η γη θερίστηκε..
αποκάλυψη του ιωάννη-  

                                                                                                                                                                                             Το Λευκό Αχείλι

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Ζώο με Ζώο



Αγαπητέ αναγνώστη, αποφάσισα σήμερα να γράψω όχι για σένα αλλά για τα ζώα, και όταν γράφω ''για'' δεν εννοώ υπόψη των ζώων αλλά αντί για αυτά. Δεν διαβάζεις παραλογισμούς, δεν είμαι τόσο αφελής  ώστε πραγματικά να πιστεύω ότι ομιλώ εξ ονόματι των ζώων, εσύ άραγε μπορείς να μιλήσεις εξ ονόματος του εαυτού σου; Όπως και να έχει, ήθελα να μοιραστώ την αγωνία μου και την αηδία μου –ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί καμία από τις 2 αυτές λέξεις δεν είναι επίθετο– Δεν αντέχω άλλο να βλέπω τους γείτονες μου με ζώα. Τους σιχαίνομαι όταν τους μιλάνε στη βόλτα, όταν τα χαϊδεύουν στα μπαλκόνια όταν ταΐζουν από το χέρι τους. Για όνομα του πανάγαθου έχουν όλοι γίνει ανίκανοι να έχουν μια φυσική, ζώο με ζώο σχέση. Τόσο πολύ έχουν πεισθεί ότι υπάρχει ένας μονό κόσμος και αυτός με αυταρέσκεια συμπίπτει με τον δικό τους. Κάθε ζώο έχει ένα κόσμο, δημιουργεί τα όρια του με ούρα, κόπρανα χρωματιστά, με ήχο, με κίνηση, καλλιτεχνική πράξη είναι αυτό, στο υπογραμμίζω σε περίπτωση που σου διέφυγε. Εκείνο όμως που πραγματικά αναγνώστη μου θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σου είναι η εικόνα ενός θηλυκού με αδύναμη σάρκα γατιού να προσπαθεί να περάσει κάτω από το χάλκινο πλέγμα φύλακα, εγκαταλειμένου οικήματος ώστε να εναποθέσει το κουφάρι του στη γωνία που σχημάτιζε ο φαγωμένος τοίχος. Ένας χώρος να πεθάνει. Έτσι γράφω για τα ζώα, μου αρέσουν τα χρώματα, η κίνηση, ο ήχος, μου αρέσει να δημιουργώ κόσμους,  αν και νομίζω ότι κάθε φορά που είμαι απέναντι στο χαρτί μοιάζει περισσότερο με την προσπάθεια της γάτας να περάσει το πλέγμα. Φεύγω από το το χάρτινο τόπο που έφτιαξα και σου ψιθυρίζω  καλώς ήρθες στον τάφο μου υπόσχομαι γαλήνη αλλά εύχομαι αηδία. 

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Laissez faire laissez default


 Ονειρεμένη λιακάδα σήμερα για τα καψαλισμένα έντομα που κάνουν κάμπινγκ στις πλατείες. Η χρεοκοπημένη, η αναδιαρθρωμένη, η διασωζόμενη Ελλάδα με τους αχαΐρευτους, τεμπέληδες, κοπρίτες πολίτες, οι οποίοι βγαίνουν στη σύνταξη λίγο μετά την εφηβεία. Κληρονόμοι ενός πολιτισμού ευγενέστερου που με ψευτιές υποκρισίες και την Goldman Sachs μπήκαν στην Ευρώπη, των λαών των ανώτερων, των προωθημένων, των δυνατών, αυτών που απαξιώνουν τους ατλαντιστές και μόνιμα τρέχουν από πίσω τους φτιάχνοντας την τέλεια ένωση υιοθετώντας γουρουνάκια. Γουρουνάκι  Έλληνικό, ορθόδοξο σεβάσμιο και ταπεινο απέναντι στο θείο και στο νόμο, ειδικά τον φορολογικό. Έλληνες αυτοί που ξέρουν να ζουν και δεν το κρύβουν, με  ελλείμματα δίδυμα σχεδόν μεταπολιτευτικά στον σκελετό του κράτους  να φέγγουν κόκκινα σαν γλυκό αυγουστιάτικο φεγγάρι πάνω σε θάλασσα μέταλλο, στάσιμη, αμήχανοι έτοιμοι για το κακό… και το ερώτημα είναι:
ΠΟΙΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΘΑ ΕΔΙΝΕ ΛΕΦΤΑ ΣΕ ΔΑΥΤΟΥΣ…
Μα φυσικά τα ορθολογικά καπρίτσια των διεθνών επενδυτών. Άντε στο διάολο εσύ και η υποκρισίας σου, Homo Economicus  !

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Ο καλός Σαμαρείτης


 Τολμηρός, γενναίος, σωστό λιοντάρι - από αυτά που δείχνει η τηλεόραση- εν μέσο κρίσης θα ξεκινήσει τη δική του δουλεία - επιχειρηματίας με φιλοδοξία, όνειρα και περίσσιο θάρρος, αντίστοιχο, πιθανά και μεγαλύτερο από αυτόν που κοιμάται στους δρόμους ή κάτω από τις γέφυρες της πρωτεύουσας. Έτοιμος να προσφέρει στη δημιουργία θέσεων εργασίας και την πληρωμή των φόρων για την συντήρηση των δημοσίων αγαθών, ευελπιστώντας βέβαια να μην χρειαστεί να τα χρησιμοποιήσει ώστε με την υπερηφάνεια του μόχθου του  να επικρίνει το σπάταλο δημόσιο σύστημα υγείας, την αύξηση των συντάξεων, την αναποτελεσματική δημόσια παιδεία και τρίβοντας  την φιλανθρωπική κλειτορίδα που θα φυτρώσει ειδικά  για τον σκοπό αυτόν στο κούτελο του, να απαιτεί την μείωση των αμέσων φόρων για περαιτέρω ιδιώτευση.  
 Ύστερα από μερικούς μήνες, πολλές υπογραφές και ατελείωτες βλαστήμιες για την κρατική γραφειοκρατία – η όλη διαδικασία τον έπεισε ότι έχει δίκιο να ταυτίζει το δημόσιο με το κράτος- ανοίγει το φραντσαϊζ κατάστημα του. Το πρόσθιο μέρος της κλειτορίδας έχει αρχίσει ήδη δειλά να ξεπροβάλλει στο μέτωπο του, αλλά δεν τοποθετεί κάμερες στην επιχείρηση. Ο επενδυτής, άνθρωπος γραβατωμένος, καταξιωμένος, αξιοπρεπείς, νοικοκύρης, του λέει :
 - Νόμιζα πως ήξερες ότι πολιτική μας είναι η χρήση της κάμερας, ξέρεις.. είσαι ωραίος τύπος.. και δεν θέλουμε να ανακατευόμαστε με τους πελάτες.. όχι.. αλλά πάντα χρησιμοποιούμε κάμερες, είναι για το καλό των υπόλοιπων πελατών διότι εάν αυξηθεί το κλέψιμο οι τιμές θα ανεβούν. Καταλαβαίνεις, αυτό θα είναι μια πράξη του θεού κανένας άνθρωπος πραγματικά δεν θέλει να ανεβαίνουν οι τιμές. Έτσι είναι η οικονομία. Είναι οι τελευταίες πράξεις που μπορεί να κάνει ένας θεός στο νεκροκρέβατο. Οικονομικές πράξεις.
 Ο νεαρός επιχειρηματίας παίρνει την χαμογελαστή φατσούλα που μας κολλάνε στο τετράδιο στο νηπιαγωγείο, όταν δεν ξέφυγες από τα όρια του τετραδίου στην αντιγραφή, και λέει:
-  Έχετε απόλυτο δίκιο. Πειθαρχία, Επιτήρηση, Τιμωρία.
 Ο κ. επενδυτής με ένα πρόσωπο ευθύ – η φατσούλα που παίρνεις όταν ξεφύγεις λίγο από το όριο- απαντά:
 -Νομιμότητα και συναίνεση!
 Ο φέρελπις νέος επαναλαμβάνει τη χαμογελαστή φατσούλα:  
-Το φιλελεύθερο ιδεώδες μας!
 Ο επενδυτής μοιράζετε τη φατσουλα απλώνει το χέρι του και τρίβει τα μαλλιά του νεαρού και όλοι μαζί ζούμε κυνηγώντας αυτήν την ηλίθια γκριμάτσα.

                                                                                Το Λευκό Αχείλι

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Επιμειξία



 Υποκείμενο τυφλό στο νόημα καθισμένο οκλαδόν αθηνάς και σοφοκλέους γωνία ζωογονείται από τη χάβρα νόμιμης ή λαθραίας κυκλοφορίας νόων και σωμάτων, της επιθυμίας. Πανηγυρίζει το οπισθοδρομικό, το αντιδραστικό, το φασιστικό που εδώ μπροστά στα μάτια του ταυτίζεται με την άρση των τειχών της φυλής, του έθνους, του λαού, του τοπικού. Είναι εδώ μαζεμένοι ήρωες μετααποικιακοί που παραβιάζουν και καταστρέφουν συνεχώς τα εδαφικά, τα φυλετικά στεγανά, την απομόνωση, την καθαρότητα, τους τοπικισμούς. Είναι εδώ που διεξάγεται ένας από τους πολλούς αγώνες ενάντια στο ανήκειν στο λαό, στο έθνος, σε μια ταυτότητα. Είναι εδώ που το ξήλωμα των ορίων της κυριαρχίας που αυτά επιβάλλουν στην υποκειμενικότητα σαρκώνεται σε αντίσταση και θα γίνει αγάπη και κοινότητα όχι κοσμοπολίτικο κράτος, αλλά κοινός πολιτισμός. Το γένος των ανθρώπων είναι ένα και όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι μεταξύ τους. Το τώρα – οι διακρίσεις του, οι διαχωρισμοί του, οι ιεραρχίες του -για το οποίο έχουμε πειστεί ότι  είναι αιώνιο και ανυπέρβλητο συνιστά αστική μεταφυσική, το σώμα μας πιασμένο στο δίχτυ της διαλεκτικής του ιστορικίστικου χεγκελιανού τελολογισμού. Πρέπει να φωνάξουμε από τις βουνοκορφές  δυναμώνοντας τη φωνή του φιλοσόφου που έναν αιώνα τώρα αντηχεί στις πλαγιές :  Έχω χωνέψει μέσα μου το πνεύμα της Ευρώπης, τώρα θέλω να ανταποδώσω το χτύπημα.

                                                                               Το Λευκό Αχείλι

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Δύο κουκουλοφόροι στο κέντρο της πόλης.



  Κουκουλοφόρος κρατώντας δημοσιογραφικό μικρόφωνο τύπου ‘’Ρόπαλο’’, συνοδεία έτερου κουκουλοφόρου οπλισμένου με πιστόλι τύπου ‘’Kάμερα’’ σεργιανίζουν τους δρόμους της πρωτεύουσας. Ημερομηνία 29/2.
Θύμα πρώτο, νεαρός ηλικίας δέκα.
-Συγγνώμη κύριε… Τι θα θέλατε να γίνετε όταν μεγαλώσετε;
Ρωτάει ο κουκουλοφόρος με το ‘’ρόπαλο’’ και απαλά τον χτυπάει στο κέντρο του κεφαλιού του.
-Σκληρός και επιτυχημένος. Απαντάει ο κύριος.
                            -Ευχαριστώ.
  Ελπιδοφόρος νέος! Σχολιάζει με το τον συνεργάτη του στη πορεία τους για το δεύτερο θύμα, γυναίκα τύπου Cosmopolitan.
-          Καλημέρα! Τι είναι γυναίκα;
Με ευγένεια τη χτυπά το ρόπαλο στα οπίσθια.
-          Καλημέρα σας. Τι είναι γυναίκα λέτε…. Δύο μακριά χνουδωτά αυτιά  στο κεφάλι και ουρά λαγού. Μια όμορφη επιφάνεια από γλουτούς και στήθια, ένα γνήσιο ρομάντζο.
-          Ευχαριστώ.
  Θύμα τρίτο, νέος ατημέλητος γύρω στα τριάντα, στη μέση της λεωφόρου ανεμίζει εθνικολαικιστική σημαία με σχήμα σφυριού και ύφασμα δρεπάνι.
-          Κυκλοφορεί ο ψίθυρος ότι ο Ντόναλντ Ντακ είναι απατεώνας.
Ο κουκουλοφόρος δίνει ρόπαλο παίρνει σημαία.
-          Πίσω από το ξέγνοιαστο ύφος του Ντόναλντ κρύβεται ένα ακόμα πρόσωπο του ιμπεριαλισμού και – γενικότερα- της κυρίαρχης ιδεολογίας στον πολιτιστικό τομέα!
-          Ευχαριστώ.
  Θύμα τέταρτο, ημιθανές σώμα ετών τριάντα καθισμένο οκλαδόν δίπλα σε τατουαρισμένο παγκάκι με καμινέτο και κυνηγετικό μαχαίρι. Ο κουκουλοφόρος βρίσκεται σε σύγχυση! Στήνει το μικρόφωνο απέναντι από το ημιθανές σώμα.
-          Σκοπεύετε να πράξετε βία;
-          Μα φυσικά! Πρώτα θα χρησιμοποιήσω το καμινέτο για να κάψω τις πολιτισμικές μου αποσκευές, ύστερα θα πυρακτώσω το μαχαίρι και θα ευνουχίσω την αυτόβουλη αλλοτρίωση της επιθυμίας μου.
-          Δεν σας καταλαβαίνω...
-          Προσπαθήστε λίγο, λέω πως το Εγώ μου με θηκάρι το τρίγωνο  μπάτσος–πουτάνα-πελάτης ή για να το πω στη γλώσσα σας μπαμπάς-μαμά-παιδί δεν με χωράει όλο.
Ο κουκουλοφόρος με το μικρόφωνο βλεφαρίζει στον κουκουλοφόρο με το πιστόλι ,ο οποίος έχει ήδη αρχίσει να οπλίζει την κάμερα με φακό άφιλτρο από αυτό που χρησιμοποιούν για να καταγράψουν τις τελετουργίες ανταρσίας.
-          Εξακολουθώ να μην σας καταλαβαίνω.
-          Όχι αδικά, εαν είχατε πάει σχολείο δεν θα είχατε καταλήξει με τα δημοσιογραφικά διαπιστευτήρια στο λαιμό σας, ούτε θα κάνατε φίλο τη μπλε στολή που ξόφαλτσα αποφύγατε. Απλά παρακολουθείστε  με. Τώρα είναι η ώρα που πυρώνει το καμίνι, και μόνο φώς πρέπει να φαίνεται!  Ni dieu-Ni maitre-Ni l home! Vis-Cupiditas-Amor! Ζήτω Άνθρωπος * Άνθρωπος!
Αυτά φώναξε με φωτιά στα χείλοι, καθώς το πιστόλι σφύριζε rec, rec, rec σε ζωντανή μετάδοση.

                                                                            Το Λευκό Αχείλι.

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Je m'en fous

 Ο τυφλός καμαρεμάν πάτησε το REC.

«Το βλέπω ότι είστε εκνευρισμένος, κύριε!»
«Δεν είμαι.» 
Η απάντηση ήρθε κοφτά, αβίαστα προκαλώντας στον τσαρλατάνο μια στιγμή αμηχανίας που τον εξώθησε να τακτοποιήσει τη γραβάτα του παρδαλού σακακιού του.
«Μα πώς, κύριε», επέμεινε, «αφού είναι φανερός ο εκνευρισμός σας, η ταραχή σας έχει θολώσει την κρίση σας.»
«Δεν είμαι.»  Ξανά.
Αυτός ο τσαρλατάνος δεν φαίνεται να καταλαβαίνει.
Αυτός ο τσαρλατάνος δεν φαίνεται να έχει κρίση να θολώσει.
 «Εσάς από την άλλη μεριά», συνέχισε, «σας βλέπω φουρκισμένο, χολωμένο τολμώ να πω. Συγχωρήστε με για την πιθανή αδιακρισία, ομολογώ πως τα συμπεράσματά μου ίσως και να μην είναι και τόσο ασφαλή. Εξάλλου, σας γνωρίζω τόσο λίγο».
«Επανέλθετε αμέσως! Στο θέμα μας! Είναι ξεκάθαρο πως σύμφωνα με το άρθρο 365 παράγραφος 3,7,8 του 20.... που λέει αυτό κι εκείνο και οποιοσδήποτε, οποιοσδήποτε  λέω, θα καταλάβαινε∙ ακόμα και καμία γνώση ή έστω και κανένα ενδιαφέρον δεν έχει για τις νομικές υποθέσεις πως η πράξη σας θεωρείται ΑΞΙΟΠΟΙΝΗ».
Ο τσαρλατάνος υπερτόνισε την τελευταία αυτή λέξη (που στ΄αλήθεια η αίσθηση της τον διέγειρε) με τον χτύπο της γροθιάς του στο τραπέζι. Το δωμάτιο ταρακουνηθήκε.
Ο τσαρλατάνος ψήλωσε δυο πόντους.
«Κύριε, δεν αποποιούμε των ευθυνών μου ακόμα κι αν αυτές είναι τα φαντάσματα των μη πεπραγμένων μου.»
Φάνηκε πως καμία διάθεση δεν έχει  να επεξηγήσει τον παραπάνω γρίφο που έκανε τον τσαρλατάνο να βγάλει το σακάκι του για να φανεί ένα εξίσου παρδαλό πουκάμισο. Σήκωσε τα μανίκια του αποκαλύπτοντας όλα τα σημάδια που στόλιζαν τα αντιβράχιά του . Αμυχές Ουλές Καψίματα. Χμμμμ... Αυτός ο τσαρλατάνος είναι πιο βιτσιόζικος από όσο θα περίμενε κανείς.
Ο τσαρλατάνος δε σήκωσε τα μανίκια για να αποκαλύψει τα ενδιαφέροντα που κουκούλωναν τον ελεύθερο χρόνο του, μα για να έχει ελευθερία κινήσεων καθώς θα χτυπούσε το κεφάλι του συνομιλητή του στο τραπέζι, στο τραπέζι που ανάλογες δοκιμασίες αντοχής είχε περάσει στο παρελθόν με μεγάλη επιτυχία.
Η κοιλιά του τσαρλατάνου γέμισε διοξείδιο του άνθρακα.
«Ο θερμοστάτης του συναισθήματός μου , κύριε, είναι στο ψυχρό. Λυπάμαι αν η απάθειά μου για όσα έκανα ή μάλλον όσα δεν έκανα και όσα έσεις υπερασπίζεστε -κι εγώ τόσο ευθρασώς ξεφτιλίζω- σάς εκνευρίζει μα άλλη δεν έχω λύση. Άλλον τρόπο, κύριε, δεν έχω βρει για να ζήσω σε αυτόν τον παραλογισμό. Σε αυτόν τον παραλογισμό . Καταλαβαίνετε;»
Πήρε μια βαθιά ανάσα που περισσότερο αναστεναγμός από το θύμο αδένα του.
«Ξέρετε, κύριε, νιώθω χρέος μου  να σας ενημερώσω, να σας διαβεβαιώσω πως δεν ήμουν πάντα έτσι. Κάποτε μετείχα και συμμετείχα. Ζητούσα και συζητούσα. Ήμουν και έννομος και ενεργός και πολίτης.»
Ο τσαρλατάνος, γυμνός πλέον, και ισχνός, με το πέος του να κρύβεται στο περίνεό του όρμηξε προς το μέρος του ουρλιάζοντας :
"...

Ο κουφός ηχολήπτης πάτησε το MUTE.

                                            Ms. OxiAlloKarvouno (για την ώρα)